ακριβολογώ


ακριβολογώ
ακριβολογώ, ακριβολόγησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακριβολογώ — ( έω) (AM ἀκριβολογοῡμαι) 1. μιλώ, εκφράζομαι με ακρίβεια, κυριολεκτώ 2. εξετάζω, ερευνώ με ακρίβεια και συνέπεια αρχ. σταθμίζω, ζυγίζω με ακρίβεια, με αυστηρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακριβολόγος. ΠΑΡ. μσν. ἀκριβολόγησις νεοελλ. ακριβολόγημα] …   Dictionary of Greek

  • ακριβολογώ — ησα, ημένος 1. αμτβ., διατυπώνω με ακρίβεια τα διανοήματά μου: Μερικές φορές δε φροντίζει να ακριβολογεί. 2. μτβ., εξετάζω κάτι λεπτομερειακά: Μην ακριβολογείς τόσο πολύ τα πράγματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • ακριβεύω — (Α ἀκριβεύω) [ἀκριβής] χρησιμοποιώ κάτι όπως και όταν πρέπει, ακριβολογώ νεοελλ. ακριβαίνω* αρχ. ομαι 1. είμαι ακριβής 2. εξετάζω, ερευνώ προσεκτικά «ἠκριβεύετο παρ’ αὐτοῡ τὶ τῶν καλῶν αὐτῷ κατώρθωται πώποτε» (Παλλάδιος 1164 c) 3. οδηγούμαι από… …   Dictionary of Greek

  • ακριβολογούμαι — ἀκριβολογοῡμαι (AM) βλ. ακριβολογώ …   Dictionary of Greek

  • ακριβολόγημα — το [ακριβολογώ] αυτό που λέχθηκε με ακριβολογία, με ακρίβεια …   Dictionary of Greek

  • ακριβολόγησις — ἀκριβολόγησις ( εως), η (Μ) [ἀκριβολογῶ] η ακριβολογία …   Dictionary of Greek

  • ακριβολόγος — ο, η (Α ἀκριβολόγος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που εκφράζεται με σαφήνεια, με ακρίβεια, που κυριολεκτεί 2. αυτός που ο λόγος του χαρακτηρίζεται από συνέπεια, ενάργεια και ορθότητα αρχ. αυτός που μεταχειρίζεται λογικά επιχειρήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • καθαρολογώ — (Μ καθαρολογῶ έω) μιλώ με σαφήνεια, ακριβολογώ νεοελλ. χρησιμοποιώ την καθαρεύουσα στον προφορικό ή γραπτό λόγο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. με τη μσν. σημ. < καθαρός + λογῶ (< λόγος < λόγος), πρβλ. κενο λογώ, μακρο λογώ με τη νεοελλ. σημ. η λ. <… …   Dictionary of Greek

  • κυριολεκτώ — (AM κυριολεκτῶ, έω) [κυριόλεκτος] μιλώ με κυριολεξία, ακριβολογώ, μεταχειρίζομαι τις λέξεις με την ακριβή τους σημασία αρχ. αποκαλώ κάποιον με τον τίτλο κύριος …   Dictionary of Greek